ξεπατικώνω
•
- αντιγράφω ένα σχέδιο πάνω σε διαφανές χαρτί Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντιγράφω, μιμούμαι κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- το παιδί έχει ξεπατικώσει όλες τις κινήσεις του πατέρα του
Ετυμολογία
ξεπατικώνω < ξε- + πατικώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπατικώνω | ξεπατικώνεις | ξεπατικώνει | ξεπατικώνουμε | ξεπατικώνετε | ξεπατικώνουν / ξεπατικώνουνε |
| Παρατατικός | ξεπατίκωνα | ξεπατίκωνες | ξεπατίκωνε | ξεπατικώναμε | ξεπατικώνατε | ξεπατίκωναν / ξεπατικώναν / ξεπατικώνανε |
| Αόριστος | ξεπατίκωσα | ξεπατίκωσες | ξεπατίκωσε | ξεπατικώσαμε | ξεπατικώσατε | ξεπατίκωσαν / ξεπατικώσαν / ξεπατικώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπατικώνω / θα ξεπατικώσω | θα ξεπατικώνεις / θα ξεπατικώσεις | θα ξεπατικώνει / θα ξεπατικώσει | θα ξεπατικώνουμε / θα ξεπατικώσουμε | θα ξεπατικώνετε / θα ξεπατικώσετε | θα ξεπατικώνουν / θα ξεπατικώνουνε / θα ξεπατικώσουν / θα ξεπατικώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπατικώσει | έχεις ξεπατικώσει | έχει ξεπατικώσει | έχουμε ξεπατικώσει | έχετε ξεπατικώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπατικώσει | είχες ξεπατικώσει | είχε ξεπατικώσει | είχαμε ξεπατικώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπατικώσει / να ξεπατικώνω / να ξεπατικώσω | να έχεις ξεπατικώσει / να ξεπατικώνεις / να ξεπατικώσεις | να έχει ξεπατικώσει / να ξεπατικώνει / να ξεπατικώσει | να έχουμε ξεπατικώσει / να ξεπατικώνουμε / να ξεπατικώσουμε | να έχετε ξεπατικώσει / να ξεπατικώνετε / να ξεπατικώσετε | να ξεπατικώνουν / να ξεπατικώνουνε / να ξεπατικώσουν / να ξεπατικώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεπατίκωνε / ξεπατίκωσε | — | — | ξεπατικώνετε / ξεπατικώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →