Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπατώνω

ρήμα
•
  1. αφαιρώ τον πάτο από κάτι, οικοδομή ή αντικείμενο Βικιλεξικό
  2. κουράζω κάποιον υπερβολικά, τον εξαντλώ σωματικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεπατώνω < μεσαιωνική ελληνική ξεπατώνω < ξε- + πάτος + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεπατώνωξεπατώνειςξεπατώνειξεπατώνουμεξεπατώνετεξεπατώνουν / ξεπατώνουνε
Παρατατικόςξεπάτωναξεπάτωνεςξεπάτωνεξεπατώναμεξεπατώνατεξεπάτωναν / ξεπατώναν / ξεπατώνανε
Αόριστοςξεπάτωσαξεπάτωσεςξεπάτωσεξεπατώσαμεξεπατώσατεξεπάτωσαν / ξεπατώσαν / ξεπατώσανε
Μέλλονταςθα ξεπατώνω / θα ξεπατώσωθα ξεπατώνεις / θα ξεπατώσειςθα ξεπατώνει / θα ξεπατώσειθα ξεπατώνουμε / θα ξεπατώσουμεθα ξεπατώνετε / θα ξεπατώσετεθα ξεπατώνουν / θα ξεπατώνουνε / θα ξεπατώσουν / θα ξεπατώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεπατώσειέχεις ξεπατώσειέχει ξεπατώσειέχουμε ξεπατώσειέχετε ξεπατώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεπατώσειείχες ξεπατώσειείχε ξεπατώσειείχαμε ξεπατώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεπατώσει / να ξεπατώνω / να ξεπατώσωνα έχεις ξεπατώσει / να ξεπατώνεις / να ξεπατώσειςνα έχει ξεπατώσει / να ξεπατώνει / να ξεπατώσεινα έχουμε ξεπατώσει / να ξεπατώνουμε / να ξεπατώσουμενα έχετε ξεπατώσει / να ξεπατώνετε / να ξεπατώσετενα ξεπατώνουν / να ξεπατώνουνε / να ξεπατώσουν / να ξεπατώσουνε
Προστακτική—ξεπάτωνε / ξεπάτωσε——ξεπατώνετε / ξεπατώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →