ξεπατώνω
•
- αφαιρώ τον πάτο από κάτι, οικοδομή ή αντικείμενο Βικιλεξικό
- κουράζω κάποιον υπερβολικά, τον εξαντλώ σωματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπατώνω < μεσαιωνική ελληνική ξεπατώνω < ξε- + πάτος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπατώνω | ξεπατώνεις | ξεπατώνει | ξεπατώνουμε | ξεπατώνετε | ξεπατώνουν / ξεπατώνουνε |
| Παρατατικός | ξεπάτωνα | ξεπάτωνες | ξεπάτωνε | ξεπατώναμε | ξεπατώνατε | ξεπάτωναν / ξεπατώναν / ξεπατώνανε |
| Αόριστος | ξεπάτωσα | ξεπάτωσες | ξεπάτωσε | ξεπατώσαμε | ξεπατώσατε | ξεπάτωσαν / ξεπατώσαν / ξεπατώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπατώνω / θα ξεπατώσω | θα ξεπατώνεις / θα ξεπατώσεις | θα ξεπατώνει / θα ξεπατώσει | θα ξεπατώνουμε / θα ξεπατώσουμε | θα ξεπατώνετε / θα ξεπατώσετε | θα ξεπατώνουν / θα ξεπατώνουνε / θα ξεπατώσουν / θα ξεπατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπατώσει | έχεις ξεπατώσει | έχει ξεπατώσει | έχουμε ξεπατώσει | έχετε ξεπατώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπατώσει | είχες ξεπατώσει | είχε ξεπατώσει | είχαμε ξεπατώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπατώσει / να ξεπατώνω / να ξεπατώσω | να έχεις ξεπατώσει / να ξεπατώνεις / να ξεπατώσεις | να έχει ξεπατώσει / να ξεπατώνει / να ξεπατώσει | να έχουμε ξεπατώσει / να ξεπατώνουμε / να ξεπατώσουμε | να έχετε ξεπατώσει / να ξεπατώνετε / να ξεπατώσετε | να ξεπατώνουν / να ξεπατώνουνε / να ξεπατώσουν / να ξεπατώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεπάτωνε / ξεπάτωσε | — | — | ξεπατώνετε / ξεπατώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →