Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπεσμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. εκείνος που βρίσκεται σε φάση παρακμής, που έχει χάσει το κύρος του Βικιλεξικό
    • ...γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε κι' ο πιό ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλίνα (Εμμ. Ροϊδης, Συριανά Διγήματα)
    • Κάποτε, οι φωνές των παιδιών μπορεί να έχουν μεγαλύτερη αγωνιστική φόρτιση από τα βραχνά κηρύγματα των ξεπεσμένων και ξεπερασμένων ρητόρων…" (συνέντευξη Μίκη Θεοδωράκη στην εφημερίδα "Τα Νέα")

Ετυμολογία

ξεπεσμένος < ξεπέφτω < ἐξέπεσα < ἐκπίπτω

Άλλοι τύποι

ξεπεσμέναξεπεσμένεξεπεσμένεςξεπεσμένηξεπεσμένηςξεπεσμένοξεπεσμένοιξεπεσμένοςξεπεσμένουξεπεσμένουςξεπεσμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →