ξεπεταρούδι
•
- λαϊκότροπονεοσσός πτηνού που μόλις αρχίζει να πετάει Βικιλεξικό
- ενός γερακιού το ξεπεταρούδι
- το παιδί που ξεκινάει να μεγαλώνει Βικιλεξικό
- οκτώ χρονών ξεπεταρούδι
Ετυμολογία
ξεπεταρούδι < ξεπετώ + -αρούδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεπεταρούδι | ξεπεταρούδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ξεπεταρούδι | ξεπεταρούδια |
| Κλητική | ξεπεταρούδι | ξεπεταρούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →