ξεπετιέμαι
•
- πετάγομαι ξαφνικά εκεί που δεν με περιμένουν ή χωρίς να αντιληφθούν ότι έχω πλησιάσει Βικιλεξικό
- τινάζομαι απότομα όρθιος Βικιλεξικό
- παρεμβαίνω ανάρμοστα, πετάγομαι και εκφέρω γνώμη εκεί που δεν μου την ζητούν αλλά και όπου δεν έχω αρμοδιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπετιέμαι < ξεπετιοῦμαι
Άλλοι τύποι
ξεπετάγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →