ξεπηδώ
•
- πετάγομαι ξαφνικά ξεπετάγομαι Βικιλεξικό
- Ξεπηδούσαν οι φλόγες από πεύκο σε πεύκο.
- αναδύομαι από κάπου Βικιλεξικό
- Τα οικολογικά κινήματα ξεπήδησαν σε όλο τον κόσμο μετά τα μέσα του 20ου αιώνα, κυρίως εκεί που παρουσιάστηκε ένα οξύ πρόβλημα και όπου παράλληλα κάποιοι είχαν εν τω μεταξύ πρωτοπορήσει καλλιεργώντας την περιβαλλοντική παιδεία.
Ετυμολογία
ξεπηδώ < μεσαιωνικό ξεπηδῶ < ξε και πηδάω < ἐκπηδάω-ἐκπηδῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →