ξεπλέκω
•
- ξηλώνω, αναλύω ένα πλεκτό στην πρώτη του ύλη, χαλάω το πλέξιμο για να το ξαναπλέξω καλύτερα ή για να χρησιμοποιήσω αλλού το μαλλί Βικιλεξικό
- λύνω τις πλεξούδες των μαλλιών μου ή γενικά τα αφήνω ελεύθερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπλέκω < μεσαιωνική ελληνική ξεπλέκω < ξε και αρχαία ελληνική πλέκω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπλέκω | ξεπλέκεις | ξεπλέκει | ξεπλέκουμε | ξεπλέκετε | ξεπλέκουν / ξεπλέκουνε |
| Παρατατικός | ξέπλεκα | ξέπλεκες | ξέπλεκε | ξεπλέκαμε | ξεπλέκατε | ξέπλεκαν / ξεπλέκαν / ξεπλέκανε |
| Αόριστος | ξέπλεξα | ξέπλεξες | ξέπλεξε | ξεπλέξαμε | ξεπλέξατε | ξέπλεξαν / ξεπλέξαν / ξεπλέξανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπλέκω / θα ξεπλέξω | θα ξεπλέκεις / θα ξεπλέξεις | θα ξεπλέκει / θα ξεπλέξει | θα ξεπλέκουμε / θα ξεπλέξουμε | θα ξεπλέκετε / θα ξεπλέξετε | θα ξεπλέκουν / θα ξεπλέκουνε / θα ξεπλέξουν / θα ξεπλέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπλέξει | έχεις ξεπλέξει | έχει ξεπλέξει | έχουμε ξεπλέξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπλέξει | είχες ξεπλέξει | είχε ξεπλέξει | είχαμε ξεπλέξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπλέξει / να ξεπλέκω / να ξεπλέξω | να έχεις ξεπλέξει / να ξεπλέκεις / να ξεπλέξεις | να έχει ξεπλέξει / να ξεπλέκει / να ξεπλέξει | να έχουμε ξεπλέξει / να ξεπλέκουμε / να ξεπλέξουμε | να ξεπλέκετε / να ξεπλέξετε | να ξεπλέκουν / να ξεπλέκουνε / να ξεπλέξουν / να ξεπλέξουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεπλεγμένο / ξέπλεκε / ξέπλεξε | — | — | ξεπλέκετε / ξεπλέξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →