ξεπλανεύω
•
- αποπλανώ, ξελογιάζω Βικιλεξικό
- Η άτιμη, ξεπλάνεψε τον άντρα της καημένης της Μαρίας!
- εξαπατώ, παρασύρω Βικιλεξικό
- Τον ξεπλανέψανε ότι θα πιάσει την καλή κι έχασε όλα τα λεφτά του
Ετυμολογία
ξεπλανεύω < ξε και πλανεύω < ἐκπλανάω-ἐκπλανῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπλανεύω | ξεπλανεύεις | ξεπλανεύει | ξεπλανεύουμε | ξεπλανεύετε | ξεπλανεύουν / ξεπλανεύουνε |
| Παρατατικός | ξεπλάνευα | ξεπλάνευες | ξεπλάνευε | ξεπλανεύαμε | ξεπλανεύατε | ξεπλάνευαν / ξεπλανεύαν / ξεπλανεύανε |
| Αόριστος | ξεπλάνεψα | ξεπλάνεψες | ξεπλάνεψε | ξεπλανέψαμε | ξεπλανέψατε | ξεπλάνεψαν / ξεπλανέψαν / ξεπλανέψανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπλανέψω / θα ξεπλανεύω | θα ξεπλανέψεις / θα ξεπλανεύεις | θα ξεπλανέψει / θα ξεπλανεύει | θα ξεπλανέψουμε / θα ξεπλανεύουμε | θα ξεπλανέψετε / θα ξεπλανεύετε | θα ξεπλανέψουν / θα ξεπλανέψουνε / θα ξεπλανεύουν / θα ξεπλανεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπλανέψει | έχεις ξεπλανέψει | έχει ξεπλανέψει | έχουμε ξεπλανέψει | έχετε ξεπλανέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπλανέψει | είχες ξεπλανέψει | είχε ξεπλανέψει | είχαμε ξεπλανέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπλανέψει / να ξεπλανέψω / να ξεπλανεύω | να έχεις ξεπλανέψει / να ξεπλανέψεις / να ξεπλανεύεις | να έχει ξεπλανέψει / να ξεπλανέψει / να ξεπλανεύει | να έχουμε ξεπλανέψει / να ξεπλανέψουμε / να ξεπλανεύουμε | να έχετε ξεπλανέψει / να ξεπλανέψετε / να ξεπλανεύετε | να ξεπλανέψουν / να ξεπλανέψουνε / να ξεπλανεύουν / να ξεπλανεύουνε |
| Προστακτική | — | ξεπλάνευε / ξεπλάνεψε | — | — | ξεπλανέψτε / ξεπλανεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →