ξεπληρώνω
•
- πληρώνω το σύνολο ή μέρος του ποσού που οφείλω Βικιλεξικό
- ανταποδίδω χάρη ή ευεργεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπληρώνω < ξε + πληρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπληρώνω | ξεπληρώνεις | ξεπληρώνει | ξεπληρώνουμε | ξεπληρώνετε | ξεπληρώνουν / ξεπληρώνουνε |
| Παρατατικός | ξεπλήρωνα | ξεπλήρωνες | ξεπλήρωνε | ξεπληρώναμε | ξεπληρώνατε | ξεπλήρωναν / ξεπληρώναν / ξεπληρώνανε |
| Αόριστος | ξεπλήρωσα | ξεπλήρωσες | ξεπλήρωσε | ξεπληρώσαμε | ξεπληρώσατε | ξεπλήρωσαν / ξεπληρώσαν / ξεπληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπληρώνω / θα ξεπληρώσω | θα ξεπληρώνεις / θα ξεπληρώσεις | θα ξεπληρώνει / θα ξεπληρώσει | θα ξεπληρώνουμε / θα ξεπληρώσουμε | θα ξεπληρώνετε / θα ξεπληρώσετε | θα ξεπληρώνουν / θα ξεπληρώνουνε / θα ξεπληρώσουν / θα ξεπληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπληρώσει | έχεις ξεπληρώσει | έχει ξεπληρώσει | έχουμε ξεπληρώσει | έχετε ξεπληρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπληρώσει | είχες ξεπληρώσει | είχε ξεπληρώσει | είχαμε ξεπληρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπληρώσει / να ξεπληρώνω / να ξεπληρώσω | να έχεις ξεπληρώσει / να ξεπληρώνεις / να ξεπληρώσεις | να έχει ξεπληρώσει / να ξεπληρώνει / να ξεπληρώσει | να έχουμε ξεπληρώσει / να ξεπληρώνουμε / να ξεπληρώσουμε | να έχετε ξεπληρώσει / να ξεπληρώνετε / να ξεπληρώσετε | να ξεπληρώνουν / να ξεπληρώνουνε / να ξεπληρώσουν / να ξεπληρώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεπλήρωνε / ξεπλήρωσε | — | — | ξεπληρώνετε / ξεπληρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →