ξεπλυμένος
•
- αυτός που τον έχουν ξεβγάλει από τα σαπούνια, ο ξεβγαλμένος Βικιλεξικό
- Μη μου ανακατεύεις τα ξεπλυμένα με αυτά που έχουν ακόμα σαπουνάδες!
- αυτός που έχει χάσει τη λάμψη των χρωμάτων του από τα πολλά πλυσίματα (για ρούχα), ο ξεβαμμένος, ο ξεθωριασμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάο άτονος, ο απολύτως αδιάφορος, ο χλωμός, σαν ξεθωριασμένο ύφασμα, χωρίς καμία ζωηράδα στην όψη ή στην προσωπικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπλυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου των ρημάτων ξεπλένω και ξεπλύνω
Άλλοι τύποι
ξεπλυμέναξεπλυμένεξεπλυμένεςξεπλυμένηξεπλυμένηςξεπλυμένοξεπλυμένοιξεπλυμένοςξεπλυμένουξεπλυμένουςξεπλυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →