ξεποδαριάζω
•
- κουράζω κάποιον με την πεζοπορία Βικιλεξικό
- ο καθηγητής γυμναστικής μας ξεποδάριασε σήμερα!
Ετυμολογία
ξεποδαριάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεποδαριάζω | ξεποδαριάζεις | ξεποδαριάζει | ξεποδαριάζουμε | ξεποδαριάζετε | ξεποδαριάζουν / ξεποδαριάζουνε |
| Παρατατικός | ξεποδάριαζα | ξεποδάριαζες | ξεποδάριαζε | ξεποδαριάζαμε | ξεποδαριάζατε | ξεποδάριαζαν / ξεποδαριάζαν / ξεποδαριάζανε |
| Αόριστος | ξεποδάριασα | ξεποδάριασες | ξεποδάριασε | ξεποδαριάσαμε | ξεποδαριάσατε | ξεποδάριασαν / ξεποδαριάσαν / ξεποδαριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεποδαριάζω / θα ξεποδαριάσω | θα ξεποδαριάζεις / θα ξεποδαριάσεις | θα ξεποδαριάζει / θα ξεποδαριάσει | θα ξεποδαριάζουμε / θα ξεποδαριάσουμε | θα ξεποδαριάζετε / θα ξεποδαριάσετε | θα ξεποδαριάζουν / θα ξεποδαριάζουνε / θα ξεποδαριάσουν / θα ξεποδαριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεποδαριάσει | έχεις ξεποδαριάσει | έχει ξεποδαριάσει | έχουμε ξεποδαριάσει | έχετε ξεποδαριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεποδαριάσει | είχες ξεποδαριάσει | είχε ξεποδαριάσει | είχαμε ξεποδαριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεποδαριάσει / να ξεποδαριάζω / να ξεποδαριάσω | να έχεις ξεποδαριάσει / να ξεποδαριάζεις / να ξεποδαριάσεις | να έχει ξεποδαριάσει / να ξεποδαριάζει / να ξεποδαριάσει | να έχουμε ξεποδαριάσει / να ξεποδαριάζουμε / να ξεποδαριάσουμε | να έχετε ξεποδαριάσει / να ξεποδαριάζετε / να ξεποδαριάσετε | να ξεποδαριάζουν / να ξεποδαριάζουνε / να ξεποδαριάσουν / να ξεποδαριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεποδάριαζε / ξεποδάριασε | — | — | ξεποδαριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεποδαριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →