ξεπορτίζω
•
- βγαίνω από το σπίτι έχοντας σκοπό να κάνω κάτι πονηρό Βικιλεξικό
- Η γυναίκα του ξεπορτίζει και κάνει τη ζωή της
- Τα παιδιά τους ξεπόρτισαν από πολύ νωρίς
- παρωχημένοβγαίνω από το πόρτο, το λιμάνι Βικιλεξικό
- παρωχημένοβγάζω, διώχνω κάποιον βίαια από το σπίτι ή από έναν κλειστό χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπορτίζω <
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →