Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπροβάλλω

ρήμα
•
  1. για ανθρώπουςφανερώνομαι από κάπου Βικιλεξικό
    • Την είδε να ξεπροβάλλει μέσα από τα δέντρα, σαν...
  2. για ιδέεςαναδύομαι από κάποιες συνθήκες Βικιλεξικό
    • ...καθώς ξεπρόβαλλαν κα άρχισαν να σχηματίζονται οι κοινωνικές επιστήμες, έτειναν να απομακρύνονται από τις στενές ανθρωπιστικές μελέτες από τις οποίες είχαν αναδυθεί
    • ...εκτός από το Λογγίνο και τον Πλούταρχο, όλοι οι Ελληνικοί Φωστήρες ξεπρόβαλλαν από την Ανατολή, που ήταν τότε η Νέα Ελλάδα (Αργύρης Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)

Ετυμολογία

ξεπροβάλλω < μεσαιωνική ελληνική < ξε και προβάλλω < ή από το ρήμα ἐκπροβάλλω ( (ελληνιστική κοινή), σήμαινε πετάω ή διώχνω) ή ἐκ και πρόβολος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →