ξεπροβάλλω
•
- για ανθρώπουςφανερώνομαι από κάπου Βικιλεξικό
- Την είδε να ξεπροβάλλει μέσα από τα δέντρα, σαν...
- για ιδέεςαναδύομαι από κάποιες συνθήκες Βικιλεξικό
- ...καθώς ξεπρόβαλλαν κα άρχισαν να σχηματίζονται οι κοινωνικές επιστήμες, έτειναν να απομακρύνονται από τις στενές ανθρωπιστικές μελέτες από τις οποίες είχαν αναδυθεί
- ...εκτός από το Λογγίνο και τον Πλούταρχο, όλοι οι Ελληνικοί Φωστήρες ξεπρόβαλλαν από την Ανατολή, που ήταν τότε η Νέα Ελλάδα (Αργύρης Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)
Ετυμολογία
ξεπροβάλλω < μεσαιωνική ελληνική < ξε και προβάλλω < ή από το ρήμα ἐκπροβάλλω ( (ελληνιστική κοινή), σήμαινε πετάω ή διώχνω) ή ἐκ και πρόβολος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →