ξέρα
•
- γεωγραφίαβραχώδης αβαθής βυθός ή βράχος που μόλις σκεπάζεται από τη θάλασσα ή που εξέχει λίγο από αυτήν Βικιλεξικό
- Λέω να σταθούμε στα κουπιά τη νύχτα, μην πέσουμε σε καμιά ξέρα. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, γ΄ τόμος, Αθήνα 2003)
- ξηρασία, αναβροχιά Βικιλεξικό
- Ἔξω ξέρα καὶ πτωχειά, μέσα δρόσος καὶ βλογιά. (Δημοτικό τραγούδι από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, από το βιβλίο Tραγούδια ρωμαίικα. Popularia carmina Greciae recentioris, edidit Arnoldus Passow, Lipsiae in aedibus B.G. Teubneri, 1860)
- ξηρός τόπος Βικιλεξικό
- Κ' ἔμεινε ἡ γῆ καθὼς εἶταν, ὁλόγυμνη, ξέρα, νεκρίλα. (Κωστής Παλαμάς, Ὁμηρικοὶ ὕμνοι)
Ετυμολογία
ξέρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέρα | ξέρες |
| Γενική | ξέρας | — |
| Αιτιατική | ξέρα | ξέρες |
| Κλητική | ξέρα | ξέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →