ξεραΐλα
•
- οικείοξηρασία λόγω ανομβρίας Βικιλεξικό
- οικείοξερότοπος Βικιλεξικό
- οικείοέλλειψη (σπουδαίας) δημιουργίας, δραστηριότητας κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεραΐλα < ξερός + -α- + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεραΐλα | ξεραΐλες |
| Γενική | ξεραΐλας | — |
| Αιτιατική | ξεραΐλα | ξεραΐλες |
| Κλητική | ξεραΐλα | ξεραΐλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →