Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεριζωμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η απόσπαση δια της βίας, ο διωγμός ή η αναγκαστική για οικονομικούς λόγους αποχώρηση ατόμου ή κοινότητας ή έθνους από την πατρίδα του ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε Βικιλεξικό
    • O ξερiζωμός των Μικρασιατών, των Κωνσταντινουπολιτών, των Αρμενίων
    • Ο ξεριζωμός του μετανάστη που λαχταράει να γυρίσει στην πατρίδα του αλλα για οικονομικούς λόγους μένει μακριά
  2. μεταφορικάη βίαιη απόσπαση από τις πολιτιστικές ρίζες Βικιλεξικό
    • ο ξεριζωμός των λέξεων, το ξεγύμνωμα του τοποίου από τις επενδύσεις της μνήμης... (για το έργο "Ο Ξεριζωμός" του Ιρλανδού Μπράιαν Φρίελ)
    • Αυτή είναι η καρδιά του προβλήματος: ο ξεριζωμός απ' τα δικά μας (ενν. έθιμα, λέξεις)

Ετυμολογία

ξεριζωμός < ξεριζώνω < αρχαία ελληνική ἐκριζόω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεριζωμόςξεριζωμοί
Γενικήξεριζωμούξεριζωμών
Αιτιατικήξεριζωμόξεριζωμούς
Κλητικήξεριζωμέξεριζωμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →