Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεριζώνομαι

ρήμα
•
  1. για φυτόαποσπώμαι από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαπομακρύνομαι με τη βία από την κοιτίδα μου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάζω μακριά απο τον τόπο του Βικιλεξικό
    • Παντρεύτηκε Αμερικάνα και τον χάσαμε, πάει, ξεριζώθηκε

Ετυμολογία

ξεριζώνομαι < παθητικός τύπος του ξεριζώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεριζώνομαιξεριζώνεσαιξεριζώνεταιξεριζωνόμαστεξεριζώνεστεξεριζώνονται
Παρατατικόςξεριζωνόμουν / ξεριζωνόμουναξεριζωνόσουν / ξεριζωνόσουναξεριζωνόταν / ξεριζωνότανεξεριζωνόμασταν / ξεριζωνόμαστεξεριζωνόσασταν / ξεριζωνόσαστεξεριζωνόντουσαν / ξεριζώνονταν
Αόριστοςξεριζώθηκαξεριζώθηκεςξεριζώθηκεξεριζωθήκαμεξεριζωθήκατεξεριζωθήκαν / ξεριζωθήκανε / ξεριζώθηκαν
Μέλλονταςθα ξεριζωθώ / θα ξεριζώνομαιθα ξεριζωθείς / θα ξεριζώνεσαιθα ξεριζωθεί / θα ξεριζώνεταιθα ξεριζωθούμε / θα ξεριζωνόμαστεθα ξεριζωθείτε / θα ξεριζώνεστεθα ξεριζωθούν / θα ξεριζωθούνε / θα ξεριζώνονται
Παρακείμενοςέχω ξεριζωθείέχεις ξεριζωθείέχει ξεριζωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ξεριζωθείείχες ξεριζωθείείχε ξεριζωθεί———
Υποτακτικήνα έχω ξεριζωθεί / να ξεριζωθώ / να ξεριζώνομαινα έχεις ξεριζωθεί / να ξεριζωθείς / να ξεριζώνεσαινα έχει ξεριζωθεί / να ξεριζωθεί / να ξεριζώνεταινα ξεριζωθούμε / να ξεριζωνόμαστενα ξεριζωθείτε / να ξεριζώνεστενα ξεριζωθούν / να ξεριζωθούνε / να ξεριζώνονται
Προστακτική—ξεριζώνου / ξεριζώσου——ξεριζωθείτε / ξεριζώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →