ξεριζώνομαι
•
- για φυτόαποσπώμαι από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπομακρύνομαι με τη βία από την κοιτίδα μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάζω μακριά απο τον τόπο του Βικιλεξικό
- Παντρεύτηκε Αμερικάνα και τον χάσαμε, πάει, ξεριζώθηκε
Ετυμολογία
ξεριζώνομαι < παθητικός τύπος του ξεριζώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεριζώνομαι | ξεριζώνεσαι | ξεριζώνεται | ξεριζωνόμαστε | ξεριζώνεστε | ξεριζώνονται |
| Παρατατικός | ξεριζωνόμουν / ξεριζωνόμουνα | ξεριζωνόσουν / ξεριζωνόσουνα | ξεριζωνόταν / ξεριζωνότανε | ξεριζωνόμασταν / ξεριζωνόμαστε | ξεριζωνόσασταν / ξεριζωνόσαστε | ξεριζωνόντουσαν / ξεριζώνονταν |
| Αόριστος | ξεριζώθηκα | ξεριζώθηκες | ξεριζώθηκε | ξεριζωθήκαμε | ξεριζωθήκατε | ξεριζωθήκαν / ξεριζωθήκανε / ξεριζώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ξεριζωθώ / θα ξεριζώνομαι | θα ξεριζωθείς / θα ξεριζώνεσαι | θα ξεριζωθεί / θα ξεριζώνεται | θα ξεριζωθούμε / θα ξεριζωνόμαστε | θα ξεριζωθείτε / θα ξεριζώνεστε | θα ξεριζωθούν / θα ξεριζωθούνε / θα ξεριζώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ξεριζωθεί | έχεις ξεριζωθεί | έχει ξεριζωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεριζωθεί | είχες ξεριζωθεί | είχε ξεριζωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεριζωθεί / να ξεριζωθώ / να ξεριζώνομαι | να έχεις ξεριζωθεί / να ξεριζωθείς / να ξεριζώνεσαι | να έχει ξεριζωθεί / να ξεριζωθεί / να ξεριζώνεται | να ξεριζωθούμε / να ξεριζωνόμαστε | να ξεριζωθείτε / να ξεριζώνεστε | να ξεριζωθούν / να ξεριζωθούνε / να ξεριζώνονται |
| Προστακτική | — | ξεριζώνου / ξεριζώσου | — | — | ξεριζωθείτε / ξεριζώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →