ξερνάω
•
- οικείοκάνω εμετό Βικιλεξικό
- σε σχήμα υπερβολήςνιώθω αηδία ή έντονη ενόχληση από ένα γεγονός ή τη συμπεριφορά κάποιου Βικιλεξικό
- είναι τέτοια η υποκρισία αυτού του ανθρώπου που μου 'ρχεται να ξεράσω
- μεταφορικάβγάζω, εκτινάσσω, ξεβράζω Βικιλεξικό
- το ηφαίστειο ξερνούσε φωτιά και πυρωμένα χαλίκια
- τα καριοφίλια ξερνούσαν φωτιά και μολύβι
- για μέρες μετά το ναυάγιο η θάλασσα ξερνούσε πτώματα
- λαϊκότροποομολογώ όσα δεν πρέπει να πω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποομολογώ όσα δεν πρέπει να πω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξερνάω < ξερν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξερνῶ < αρχαία ελληνική ἐξερῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξερνάω / ξερνώ | ξερνάς | ξερνά / ξερνάει | ξερνάμε / ξερνούμε | ξερνάτε | ξερνάν / ξερνάνε / ξερνούν / ξερνούνε |
| Παρατατικός | ξέρναγα / ξερνούσα | ξέρναγες / ξερνούσες | ξέρναγε / ξερνούσε | ξερνάγαμε / ξερνούσαμε | ξερνάγατε / ξερνούσατε | ξέρναγαν / ξερνάγανε / ξερνούσαν / ξερνούσανε |
| Αόριστος | ξέρασα | ξέρασες | ξέρασε | ξεράσαμε | ξεράσατε | ξέρασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεράσω / θα ξερνάω / θα ξερνώ | θα ξεράσεις / θα ξερνάς | θα ξεράσει / θα ξερνά / θα ξερνάει | θα ξεράσουμε / θα ξερνάμε / θα ξερνούμε | θα ξεράσετε / θα ξερνάτε | θα ξερνάν / θα ξερνάνε / θα ξερνούν / θα ξερνούνε |
| Υποτακτική | να ξεράσω / να ξερνάω / να ξερνώ | να ξεράσεις / να ξερνάς | να ξεράσει / να ξερνά / να ξερνάει | να ξεράσουμε / να ξερνάμε / να ξερνούμε | να ξεράσετε / να ξερνάτε | να ξερνάν / να ξερνάνε / να ξερνούν / να ξερνούνε |
| Προστακτική | — | ξέρασε / ξέρνα / ξέρναγε | — | — | ξερνάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξερνιέμαιξεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →