ξεροβήχω
•
- έχω ξερόβηχα Βικιλεξικό
- Είναι δυο βδομάδες που ξεροβήχω και ίσως χρειαστεί να κάνω μαγνητική
- μεταφορικάθέλω να ανακαλέσω διακριτικά κάποιον στην τάξη ή να τον κάνω να προσέξει Βικιλεξικό
- Ο διπλανός της ξερόβηξε αλλά αυτή απτόητη συνέχισε να μασάει σαν αγελάδα
- Ξερόβηξα μα την ειδοποιήσω ότι έμπαινε ο διευθυντής, αλλά αυτή συνέχιζε να βάφει τα νύχια της
- μεταφορικάέχω αμηχανία, κομπιάζω Βικιλεξικό
- Ξερόβηχα, μασούσα τα λόγια μου, έκανα πώς έψαχνα τα τσιγάρα μου, άσε, δεν ήξερα τι να κάνω για να αποφύγω να του απαντήσω
Ετυμολογία
ξεροβήχω < μεσαιωνική ελληνική ξηρόβηξ ( < αρχαία ελληνική ξηρός + βήξ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →