Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεροβόρι

/kse.ɾoˈvo.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άνεμοςο έντονος βοριάς χωρίς βροχή, ο παγερός και ισχυρός Βικιλεξικό
    • ...ένα παιδί σαν το κρύο νερό, απάνω στα ξάρτια, μ' ένα ξεροβόρι δαιμονισμένο...το γκρεμίζει μές στη θάλασσα. Πάει, χάθηκε. Τι να κάνεις; Σήμερα αυτός, αύριο εμείς. Ας κλαίνε οι μανάδες, που τα ’χουν("Το συναξάρι του παπα-Παρθένη, Παύλος Νιρβάνας <Πέτρος Κ. Αποστολίδης>, 1915)
  2. μεταφορικάοι δυσκολίες, οι κακουχίες, οι ψυχκές ταλαιπωρίες, η ψυχική παγωνιά, η σκληρότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεροβόρι < ξερο- + βορ(ιάς) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεροβόριξεροβόρια
Γενικήξεροβοριούξεροβοριών
Αιτιατικήξεροβόριξεροβόρια
Κλητικήξεροβόριξεροβόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →