ξεροβόρι
•
- άνεμοςο έντονος βοριάς χωρίς βροχή, ο παγερός και ισχυρός Βικιλεξικό
- ...ένα παιδί σαν το κρύο νερό, απάνω στα ξάρτια, μ' ένα ξεροβόρι δαιμονισμένο...το γκρεμίζει μές στη θάλασσα. Πάει, χάθηκε. Τι να κάνεις; Σήμερα αυτός, αύριο εμείς. Ας κλαίνε οι μανάδες, που τα ’χουν("Το συναξάρι του παπα-Παρθένη, Παύλος Νιρβάνας <Πέτρος Κ. Αποστολίδης>, 1915)
- μεταφορικάοι δυσκολίες, οι κακουχίες, οι ψυχκές ταλαιπωρίες, η ψυχική παγωνιά, η σκληρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεροβόρι < ξερο- + βορ(ιάς) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεροβόρι | ξεροβόρια |
| Γενική | ξεροβοριού | ξεροβοριών |
| Αιτιατική | ξεροβόρι | ξεροβόρια |
| Κλητική | ξεροβόρι | ξεροβόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →