Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεροκαταπίνω

ρήμα
•
  1. είμαι ασθενής και οι σιελογόνοι δεν παράγουν αρκετή σίελο ή εξαιτίας άλλης πάθησης καταπίνω διαρκώς και το στόμα μου έχει στεγνώσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάνιώθω αμήχανα, συνήθως επειδή είμαι προσβεβλημένος αλλά και για άλλους λόγους Βικιλεξικό
    • Ξέπεσαν οι μοσκομάγκες... πολλοι κάνουν θελήματα κι άλλοι έγιναν κοπέλια.Ξεροκαταπίνουν τη χολή τους, με το λίγο ζουμί τους βράζουνε ("Οι τελευταίοι κονταρομάχοι του Έγριπου", του Γιάννη Σκαρίμπα)

Ετυμολογία

ξεροκαταπίνω < ξερός + -ο- + καταπίνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →