ξεροπόταμος
•
- το ξερό ποτάμι, που δεν φέρνει πια νερό Βικιλεξικό
- ο χείμαρρος που ξεραίνεται στην ανομβρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεροπόταμος < ξερός + ποταμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεροπόταμος | ξεροπόταμοι |
| Γενική | ξεροπόταμου | ξεροπόταμων |
| Αιτιατική | ξεροπόταμο | ξεροπόταμους |
| Κλητική | ξεροπόταμε | ξεροπόταμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →