ξεροστάλιασμα
•
- παρωχημένοη ξεκούραση (ξεραίνομαι, πλαγιάζω) των ζώων του κτηνοτρόφου στην στάμνη (άλλοτε και στάλη) Βικιλεξικό
- το να μένεις πολλή ώρα ακίνητος σε έναν τόπο (π.χ. στη στάση λεωφορείου ή σε ένα ραντεβού όπου σε "στήνουν") Βικιλεξικό
- το να περιμένεις με λαχτάρα κάτι που δεν λέει να έρθει Βικιλεξικό
- τα κοριτσάκια ξεροσταλιάζουν για μερικούς σταρ του τραγουδιού ή του κινηματογράφου λες και υπάρχει περιπτωση να...
Ετυμολογία
ξεροστάλιασμα < ξεροσταλιάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεροστάλιασμα | ξεροσταλιάσματα |
| Γενική | ξεροσταλιάσματος | ξεροσταλιασμάτων |
| Αιτιατική | ξεροστάλιασμα | ξεροσταλιάσματα |
| Κλητική | ξεροστάλιασμα | ξεροσταλιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →