Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεροστάλιασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοη ξεκούραση (ξεραίνομαι, πλαγιάζω) των ζώων του κτηνοτρόφου στην στάμνη (άλλοτε και στάλη) Βικιλεξικό
  2. το να μένεις πολλή ώρα ακίνητος σε έναν τόπο (π.χ. στη στάση λεωφορείου ή σε ένα ραντεβού όπου σε "στήνουν") Βικιλεξικό
  3. το να περιμένεις με λαχτάρα κάτι που δεν λέει να έρθει Βικιλεξικό
    • τα κοριτσάκια ξεροσταλιάζουν για μερικούς σταρ του τραγουδιού ή του κινηματογράφου λες και υπάρχει περιπτωση να...

Ετυμολογία

ξεροστάλιασμα < ξεροσταλιάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεροστάλιασμαξεροσταλιάσματα
Γενικήξεροσταλιάσματοςξεροσταλιασμάτων
Αιτιατικήξεροστάλιασμαξεροσταλιάσματα
Κλητικήξεροστάλιασμαξεροσταλιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →