ξεροσταλιάζω
•
- περιμένω κάπου για ώρες κάτω από κακές συνθήκες Βικιλεξικό
- ειδικότεραδιψάω πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεροσταλιάζω < # σταλιάζω # παρετυμολόγηση από το σταλιά
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεροσταλιάζω | ξεροσταλιάζεις | ξεροσταλιάζει | ξεροσταλιάζουμε | ξεροσταλιάζετε | ξεροσταλιάζουν / ξεροσταλιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεροστάλιαζα | ξεροστάλιαζες | ξεροστάλιαζε | ξεροσταλιάζαμε | ξεροσταλιάζατε | ξεροστάλιαζαν / ξεροσταλιάζαν / ξεροσταλιάζανε |
| Αόριστος | ξεροστάλιασα | ξεροστάλιασες | ξεροστάλιασε | ξεροσταλιάσαμε | ξεροσταλιάσατε | ξεροστάλιασαν / ξεροσταλιάσαν / ξεροσταλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεροσταλιάζω / θα ξεροσταλιάσω | θα ξεροσταλιάζεις / θα ξεροσταλιάσεις | θα ξεροσταλιάζει / θα ξεροσταλιάσει | θα ξεροσταλιάζουμε / θα ξεροσταλιάσουμε | θα ξεροσταλιάζετε / θα ξεροσταλιάσετε | θα ξεροσταλιάζουν / θα ξεροσταλιάζουνε / θα ξεροσταλιάσουν / θα ξεροσταλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεροσταλιάσει | έχεις ξεροσταλιάσει | έχει ξεροσταλιάσει | έχουμε ξεροσταλιάσει | έχετε ξεροσταλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεροσταλιάσει | είχες ξεροσταλιάσει | είχε ξεροσταλιάσει | είχαμε ξεροσταλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεροσταλιάσει / να ξεροσταλιάζω / να ξεροσταλιάσω | να έχεις ξεροσταλιάσει / να ξεροσταλιάζεις / να ξεροσταλιάσεις | να έχει ξεροσταλιάσει / να ξεροσταλιάζει / να ξεροσταλιάσει | να έχουμε ξεροσταλιάσει / να ξεροσταλιάζουμε / να ξεροσταλιάσουμε | να έχετε ξεροσταλιάσει / να ξεροσταλιάζετε / να ξεροσταλιάσετε | να ξεροσταλιάζουν / να ξεροσταλιάζουνε / να ξεροσταλιάσουν / να ξεροσταλιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεροστάλιαζε / ξεροστάλιασε | — | — | ξεροσταλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεροσταλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →