ξεροψήσιμο
•
- ψήσιμο ενός φαγώσιμου μέχρι να γίνει ξερό, τραγανό Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαρκής και επίμονη παρενόχληση κάποιου, με ερωτήσεις, κριτικές, κ.α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεροψήσιμο < ξεροψήνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεροψήσιμο | ξεροψησίματα |
| Γενική | ξεροψησίματος | ξεροψησιμάτων |
| Αιτιατική | ξεροψήσιμο | ξεροψησίματα |
| Κλητική | ξεροψήσιμο | ξεροψησίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →