ξεροψημένος
•
- που έχει ξεροψηθεί Βικιλεξικό
- Ο Δίας είχε μόλις φάει γουρνοπούλα με την πέτσα την ξεροψημένη και του' χε σφηνώσει η μισή στα δόντια (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)
- Πάνω στο μάρμαρο είδα ένα πιάτο σκεπασμένο μ' ασημόχαρτο. Τ' ανασήκωσα. Ήταν σπανακόπιτα με χοντρό φύλλο ξεροψημένο χωριάτικο. (Κωστής Γκιμοσούλης, Ανατολή, Κέδρος, 1998)
Ετυμολογία
ξεροψημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεροψήνω
Άλλοι τύποι
ξεροψημέναξεροψημένεξεροψημένεςξεροψημένηξεροψημένηςξεροψημένοξεροψημένοιξεροψημένοςξεροψημένουξεροψημένουςξεροψημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →