ξερόκλαδο
•
- ξερό κλαδί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξερόκλαδο < ξερό- + κλαδ(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξερόκλαδο | ξερόκλαδα |
| Γενική | ξερόκλαδου | ξερόκλαδων |
| Αιτιατική | ξερόκλαδο | ξερόκλαδα |
| Κλητική | ξερόκλαδο | ξερόκλαδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →