ξερόλας
•
- προφορικόπου νομίζει ότι γνωρίζει τα πάντα, ή πάρα πολλά, και συμπεριφέρεται ανάλογα, που έχει άποψη για όλα και, κατά κανόνα, θεωρεί τη γνώμη του σωστότερη των υπολοίπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξερόλας < φράση τα ξέρει + όλα + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξερόλας | ξερόλες |
| Γενική | ξερόλα | ξερόλων |
| Αιτιατική | ξερόλα | ξερόλες |
| Κλητική | ξερόλα | ξερόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →