ξερότοπος
•
- άγονο μέρος, χωρίς βλάστηση και πιθανόν με λίγο νερό, όχι όμως και έρημος Βικιλεξικό
- Η Κόλαση λέγουν πως είναι φοβερός και τρομερός ξερότοπος. Εκεί ποτέ δεν βρέχει, χλόη δεν φυτρώνει, πουλί πετάμενο δεν διαβαίνει (Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, 1899)
Ετυμολογία
ξερότοπος < ξερό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξερότοπος | ξερότοποι |
| Γενική | ξερότοπου | ξερότοπων |
| Αιτιατική | ξερότοπο | ξερότοπους |
| Κλητική | ξερότοπε | ξερότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →