Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσαμάρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σαμάρι Βικιλεξικό
  2. που δεν δέχεται σαμάρι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο ατίθασος Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάο ελεύθερος, ο ανύπαντρος Βικιλεξικό
  5. συνεκδοχικάο άχρηστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσαμάρωτος < ξεσαμαρώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεσαμάρωτοςξεσαμάρωτηξεσαμάρωτο
Γενικήξεσαμάρωτουξεσαμάρωτηςξεσαμάρωτου
Αιτιατικήξεσαμάρωτοξεσαμάρωτηξεσαμάρωτο
Κλητικήξεσαμάρωτεξεσαμάρωτηξεσαμάρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεσαμάρωτοιξεσαμάρωτεςξεσαμάρωτα
Γενικήξεσαμάρωτωνξεσαμάρωτωνξεσαμάρωτων
Αιτιατικήξεσαμάρωτουςξεσαμάρωτεςξεσαμάρωτα
Κλητικήξεσαμάρωτοιξεσαμάρωτεςξεσαμάρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →