ξεσελώνω
•
- βγάζω τη σέλα από άλογο ή άλλο υποζυγίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσελώνω < ξε- + σελώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσελώνω | ξεσελώνεις | ξεσελώνει | ξεσελώνουμε | ξεσελώνετε | ξεσελώνουν / ξεσελώνουνε |
| Παρατατικός | ξεσέλωνα | ξεσέλωνες | ξεσέλωνε | ξεσελώναμε | ξεσελώνατε | ξεσέλωναν / ξεσελώναν / ξεσελώνανε |
| Αόριστος | ξεσέλωσα | ξεσέλωσες | ξεσέλωσε | ξεσελώσαμε | ξεσελώσατε | ξεσέλωσαν / ξεσελώσαν / ξεσελώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσελώνω / θα ξεσελώσω | θα ξεσελώνεις / θα ξεσελώσεις | θα ξεσελώνει / θα ξεσελώσει | θα ξεσελώνουμε / θα ξεσελώσουμε | θα ξεσελώνετε / θα ξεσελώσετε | θα ξεσελώνουν / θα ξεσελώνουνε / θα ξεσελώσουν / θα ξεσελώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσελώσει | έχεις ξεσελώσει | έχει ξεσελώσει | έχουμε ξεσελώσει | έχετε ξεσελώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσελώσει | είχες ξεσελώσει | είχε ξεσελώσει | είχαμε ξεσελώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσελώσει / να ξεσελώνω / να ξεσελώσω | να έχεις ξεσελώσει / να ξεσελώνεις / να ξεσελώσεις | να έχει ξεσελώσει / να ξεσελώνει / να ξεσελώσει | να έχουμε ξεσελώσει / να ξεσελώνουμε / να ξεσελώσουμε | να έχετε ξεσελώσει / να ξεσελώνετε / να ξεσελώσετε | να ξεσελώνουν / να ξεσελώνουνε / να ξεσελώσουν / να ξεσελώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσέλωνε / ξεσέλωσε | — | — | ξεσελώνετε / ξεσελώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →