Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσηκώνομαι

ρήμα
•
  1. επαναστατώ Βικιλεξικό
  2. αναστατώνομαι και ξεβολεύομαι, ώστε να κάνω ετοιμασίες για κάτι Βικιλεξικό
    • Αδικα ξεσηκώθηκα, τελικά δεν θα πάμε στο εξοχικό τους, άλλαξαν γνώμη

Ετυμολογία

ξεσηκώνομαι < ξεσηκώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐκσηκῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεσηκώνομαιξεσηκώνεσαιξεσηκώνεταιξεσηκωνόμαστεξεσηκώνεστεξεσηκώνονται
Παρατατικόςξεσηκωνόμουν / ξεσηκωνόμουναξεσηκωνόσουν / ξεσηκωνόσουναξεσηκωνόταν / ξεσηκωνότανεξεσηκωνόμασταν / ξεσηκωνόμαστεξεσηκωνόσασταν / ξεσηκωνόσαστεξεσηκωνόντουσαν / ξεσηκώνονταν
Αόριστοςξεσηκώθηκαξεσηκώθηκεςξεσηκώθηκεξεσηκωθήκαμεξεσηκωθήκατεξεσηκωθήκαν / ξεσηκωθήκανε / ξεσηκώθηκαν
Μέλλονταςθα ξεσηκωθώ / θα ξεσηκώνομαιθα ξεσηκωθείς / θα ξεσηκώνεσαιθα ξεσηκωθεί / θα ξεσηκώνεταιθα ξεσηκωθούμε / θα ξεσηκωνόμαστεθα ξεσηκωθείτε / θα ξεσηκώνεστεθα ξεσηκωθούν / θα ξεσηκωθούνε / θα ξεσηκώνονται
Παρακείμενοςέχω ξεσηκωθείέχεις ξεσηκωθείέχει ξεσηκωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ξεσηκωθείείχες ξεσηκωθείείχε ξεσηκωθεί———
Υποτακτικήνα έχω ξεσηκωθεί / να ξεσηκωθώ / να ξεσηκώνομαινα έχεις ξεσηκωθεί / να ξεσηκωθείς / να ξεσηκώνεσαινα έχει ξεσηκωθεί / να ξεσηκωθεί / να ξεσηκώνεταινα ξεσηκωθούμε / να ξεσηκωνόμαστενα ξεσηκωθείτε / να ξεσηκώνεστενα ξεσηκωθούν / να ξεσηκωθούνε / να ξεσηκώνονται
Προστακτική—ξεσηκώνου / ξεσηκώσου——ξεσηκωθείτε / ξεσηκώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →