ξεσηκώνω
•
- δημιουργώ αναστάτωση, χαλάω την ησυχία Βικιλεξικό
- παρακινώ σε δράση: Βικιλεξικό
- για διασκέδαση
- για εξέγερση
- αντιγράφω ή μιμούμαι με ακρίβεια κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσηκώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐκσηκῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσηκώνω | ξεσηκώνεις | ξεσηκώνει | ξεσηκώνουμε | ξεσηκώνετε | ξεσηκώνουν / ξεσηκώνουνε |
| Παρατατικός | ξεσήκωνα | ξεσήκωνες | ξεσήκωνε | ξεσηκώναμε | ξεσηκώνατε | ξεσήκωναν / ξεσηκώναν / ξεσηκώνανε |
| Αόριστος | ξεσήκωσα | ξεσήκωσες | ξεσήκωσε | ξεσηκώσαμε | ξεσηκώσατε | ξεσήκωσαν / ξεσηκώσαν / ξεσηκώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσηκώνω / θα ξεσηκώσω | θα ξεσηκώνεις / θα ξεσηκώσεις | θα ξεσηκώνει / θα ξεσηκώσει | θα ξεσηκώνουμε / θα ξεσηκώσουμε | θα ξεσηκώνετε / θα ξεσηκώσετε | θα ξεσηκώνουν / θα ξεσηκώνουνε / θα ξεσηκώσουν / θα ξεσηκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσηκώσει | έχεις ξεσηκώσει | έχει ξεσηκώσει | έχουμε ξεσηκώσει | έχετε ξεσηκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσηκώσει | είχες ξεσηκώσει | είχε ξεσηκώσει | είχαμε ξεσηκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσηκώσει / να ξεσηκώνω / να ξεσηκώσω | να έχεις ξεσηκώσει / να ξεσηκώνεις / να ξεσηκώσεις | να έχει ξεσηκώσει / να ξεσηκώνει / να ξεσηκώσει | να έχουμε ξεσηκώσει / να ξεσηκώνουμε / να ξεσηκώσουμε | να έχετε ξεσηκώσει / να ξεσηκώνετε / να ξεσηκώσετε | να ξεσηκώνουν / να ξεσηκώνουνε / να ξεσηκώσουν / να ξεσηκώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσήκωνε / ξεσήκωσε | — | — | ξεσηκώνετε / ξεσηκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →