ξεσκέπαστος
•
- ο ξέσκεπος, που έχει αφαιρέσει ή του έχει αφαιρέσει άλλος το σκέπασμα (συνήθως για άνθρωπο που κοιμάται ή ξεκουράζεται) Βικιλεξικό
- Με πήρε ο ύπνος ξεσκέπαστο και έπαθα ψύξη
- το μέλος του σώματος που είναι ακάλυπτο Βικιλεξικό
- Μην αφήνεις ξεσκέπαστα τα πόδια σου, θα σε φάνε τα κουνούπια
- το σκεύος που δεν είναι σκεπασμένο, που δεν έχει στα χείλη του καπάκι Βικιλεξικό
- το αντικείμενο που δεν είναι καλυμμένο (π.χ. το ΙΧ που δεν φέρει κουκούλα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκέπαστος < ξεσκεπάζω < ξε και σκεπάζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεσκέπαστος | ξεσκέπαστη | ξεσκέπαστο |
| Γενική | ξεσκέπαστου | ξεσκέπαστης | ξεσκέπαστου |
| Αιτιατική | ξεσκέπαστο | ξεσκέπαστη | ξεσκέπαστο |
| Κλητική | ξεσκέπαστε | ξεσκέπαστη | ξεσκέπαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεσκέπαστοι | ξεσκέπαστες | ξεσκέπαστα |
| Γενική | ξεσκέπαστων | ξεσκέπαστων | ξεσκέπαστων |
| Αιτιατική | ξεσκέπαστους | ξεσκέπαστες | ξεσκέπαστα |
| Κλητική | ξεσκέπαστοι | ξεσκέπαστες | ξεσκέπαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →