Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκέπαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ξέσκεπος, που έχει αφαιρέσει ή του έχει αφαιρέσει άλλος το σκέπασμα (συνήθως για άνθρωπο που κοιμάται ή ξεκουράζεται) Βικιλεξικό
    • Με πήρε ο ύπνος ξεσκέπαστο και έπαθα ψύξη
  2. το μέλος του σώματος που είναι ακάλυπτο Βικιλεξικό
    • Μην αφήνεις ξεσκέπαστα τα πόδια σου, θα σε φάνε τα κουνούπια
  3. το σκεύος που δεν είναι σκεπασμένο, που δεν έχει στα χείλη του καπάκι Βικιλεξικό
  4. το αντικείμενο που δεν είναι καλυμμένο (π.χ. το ΙΧ που δεν φέρει κουκούλα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσκέπαστος < ξεσκεπάζω < ξε και σκεπάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεσκέπαστοςξεσκέπαστηξεσκέπαστο
Γενικήξεσκέπαστουξεσκέπαστηςξεσκέπαστου
Αιτιατικήξεσκέπαστοξεσκέπαστηξεσκέπαστο
Κλητικήξεσκέπαστεξεσκέπαστηξεσκέπαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεσκέπαστοιξεσκέπαστεςξεσκέπαστα
Γενικήξεσκέπαστωνξεσκέπαστωνξεσκέπαστων
Αιτιατικήξεσκέπαστουςξεσκέπαστεςξεσκέπαστα
Κλητικήξεσκέπαστοιξεσκέπαστεςξεσκέπαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →