ξεσκεπάζω
•
- βγάζω το κάλυμμα από κάτι ώστε να φαίνεται, να μην είναι σκεπασμένο πια Βικιλεξικό
- μεταφορικάφέρνω κάτι κρυμμένο ή μυστικό στην επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκεπάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκεπάζω | ξεσκεπάζεις | ξεσκεπάζει | ξεσκεπάζουμε | ξεσκεπάζετε | ξεσκεπάζουν / ξεσκεπάζουνε |
| Παρατατικός | ξεσκέπαζα | ξεσκέπαζες | ξεσκέπαζε | ξεσκεπάζαμε | ξεσκεπάζατε | ξεσκέπαζαν / ξεσκεπάζαν / ξεσκεπάζανε |
| Αόριστος | ξεσκέπασα | ξεσκέπασες | ξεσκέπασε | ξεσκεπάσαμε | ξεσκεπάσατε | ξεσκέπασαν / ξεσκεπάσαν / ξεσκεπάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσκεπάζω / θα ξεσκεπάσω | θα ξεσκεπάζεις / θα ξεσκεπάσεις | θα ξεσκεπάζει / θα ξεσκεπάσει | θα ξεσκεπάζουμε / θα ξεσκεπάσουμε | θα ξεσκεπάζετε / θα ξεσκεπάσετε | θα ξεσκεπάζουν / θα ξεσκεπάζουνε / θα ξεσκεπάσουν / θα ξεσκεπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκεπάσει | έχεις ξεσκεπάσει | έχει ξεσκεπάσει | έχουμε ξεσκεπάσει | έχετε ξεσκεπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκεπάσει | είχες ξεσκεπάσει | είχε ξεσκεπάσει | είχαμε ξεσκεπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκεπάσει / να ξεσκεπάζω / να ξεσκεπάσω | να έχεις ξεσκεπάσει / να ξεσκεπάζεις / να ξεσκεπάσεις | να έχει ξεσκεπάσει / να ξεσκεπάζει / να ξεσκεπάσει | να έχουμε ξεσκεπάσει / να ξεσκεπάζουμε / να ξεσκεπάσουμε | να έχετε ξεσκεπάσει / να ξεσκεπάζετε / να ξεσκεπάσετε | να ξεσκεπάζουν / να ξεσκεπάζουνε / να ξεσκεπάσουν / να ξεσκεπάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσκέπαζε / ξεσκέπασε | — | — | ξεσκεπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεσκεπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →