Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκισμένη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. απαξιωτικός χαρακτηρισμός γυναίκας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπόρνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσκισμένη < θηλυκό του ξεσκισμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεσκίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεσκισμένηξεσκισμένες
Γενικήξεσκισμένηςξεσκισμένων
Αιτιατικήξεσκισμένηξεσκισμένες
Κλητικήξεσκισμένηξεσκισμένες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →