ξεσκισμένη
•
- απαξιωτικός χαρακτηρισμός γυναίκας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπόρνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκισμένη < θηλυκό του ξεσκισμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεσκίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεσκισμένη | ξεσκισμένες |
| Γενική | ξεσκισμένης | ξεσκισμένων |
| Αιτιατική | ξεσκισμένη | ξεσκισμένες |
| Κλητική | ξεσκισμένη | ξεσκισμένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →