ξεσκλαβώνω
•
- απελευθερώνω έναν κυριολεκτικά ή με τη μεταφορική έννοια δούλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκλαβώνω < ξε- και σκλαβώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκλαβώνω | ξεσκλαβώνεις | ξεσκλαβώνει | ξεσκλαβώνουμε | ξεσκλαβώνετε | ξεσκλαβώνουν / ξεσκλαβώνουνε |
| Παρατατικός | ξεσκλάβωνα | ξεσκλάβωνες | ξεσκλάβωνε | ξεσκλαβώναμε | ξεσκλαβώνατε | ξεσκλάβωναν / ξεσκλαβώναν / ξεσκλαβώνανε |
| Αόριστος | ξεσκλάβωσα | ξεσκλάβωσες | ξεσκλάβωσε | ξεσκλαβώσαμε | ξεσκλαβώσατε | ξεσκλάβωσαν / ξεσκλαβώσαν / ξεσκλαβώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσκλαβώνω / θα ξεσκλαβώσω | θα ξεσκλαβώνεις / θα ξεσκλαβώσεις | θα ξεσκλαβώνει / θα ξεσκλαβώσει | θα ξεσκλαβώνουμε / θα ξεσκλαβώσουμε | θα ξεσκλαβώνετε / θα ξεσκλαβώσετε | θα ξεσκλαβώνουν / θα ξεσκλαβώνουνε / θα ξεσκλαβώσουν / θα ξεσκλαβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκλαβώσει | έχεις ξεσκλαβώσει | έχει ξεσκλαβώσει | έχουμε ξεσκλαβώσει | έχετε ξεσκλαβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκλαβώσει | είχες ξεσκλαβώσει | είχε ξεσκλαβώσει | είχαμε ξεσκλαβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκλαβώσει / να ξεσκλαβώνω / να ξεσκλαβώσω | να έχεις ξεσκλαβώσει / να ξεσκλαβώνεις / να ξεσκλαβώσεις | να έχει ξεσκλαβώσει / να ξεσκλαβώνει / να ξεσκλαβώσει | να έχουμε ξεσκλαβώσει / να ξεσκλαβώνουμε / να ξεσκλαβώσουμε | να έχετε ξεσκλαβώσει / να ξεσκλαβώνετε / να ξεσκλαβώσετε | να ξεσκλαβώνουν / να ξεσκλαβώνουνε / να ξεσκλαβώσουν / να ξεσκλαβώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσκλάβωνε / ξεσκλάβωσε | — | — | ξεσκλαβώνετε / ξεσκλαβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →