Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκολίζω

ρήμα
•
  1. οικείοτελειώνω με το σχολείο, έχω μάθει πια ό,τι ήταν να μάθω Βικιλεξικό
  2. οικείοβγαίνω στη ζωή, περπατάω σε πονηρά μονοπάτια, μαθαίνω τη ζωή της νύχτας, με «ξεβγάζουν» στη ζωή και μαθητεύω στον άσχημο δρόμο, στην καλύτερη περίπτωση μπερμπαντεύω και στη χειρότερη γίνομαι ληστής, κλέφτης, πόρνη Βικιλεξικό
  3. παρωχημένη σημασίαμαθαίνω ερωτικά κόλπα από μεγαλύτερες (για κορίτσια) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσκολίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεσκολίζω < ξε- + σκολ(ειό) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεσκολίζωξεσκολίζειςξεσκολίζειξεσκολίζουμεξεσκολίζετεξεσκολίζουν / ξεσκολίζουνε
Παρατατικόςξεσκόλιζαξεσκόλιζεςξεσκόλιζεξεσκολίζαμεξεσκολίζατεξεσκολίζαν / ξεσκολίζανε / ξεσκόλιζαν
Αόριστοςξεσκόλισαξεσκόλισεςξεσκόλισεξεσκολίσαμεξεσκολίσατεξεσκολίσαν / ξεσκολίσανε / ξεσκόλισαν
Μέλλονταςθα ξεσκολίζω / θα ξεσκολίσωθα ξεσκολίζεις / θα ξεσκολίσειςθα ξεσκολίζει / θα ξεσκολίσειθα ξεσκολίζουμε / θα ξεσκολίσουμεθα ξεσκολίζετε / θα ξεσκολίσετεθα ξεσκολίζουν / θα ξεσκολίζουνε / θα ξεσκολίσουν / θα ξεσκολίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεσκολίσειέχεις ξεσκολίσειέχει ξεσκολίσειέχουμε ξεσκολίσειέχετε ξεσκολίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεσκολίσειείχες ξεσκολίσειείχε ξεσκολίσειείχαμε ξεσκολίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεσκολίσει / να ξεσκολίζω / να ξεσκολίσωνα έχεις ξεσκολίσει / να ξεσκολίζεις / να ξεσκολίσειςνα έχει ξεσκολίσει / να ξεσκολίζει / να ξεσκολίσεινα έχουμε ξεσκολίσει / να ξεσκολίζουμε / να ξεσκολίσουμενα έχετε ξεσκολίσει / να ξεσκολίζετε / να ξεσκολίσετενα ξεσκολίζουν / να ξεσκολίζουνε / να ξεσκολίσουν / να ξεσκολίσουνε
Προστακτική—ξεσκόλιζε / ξεσκόλισε——ξεσκολίζετε / ξεσκολίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →