ξεσκολίζω
•
- οικείοτελειώνω με το σχολείο, έχω μάθει πια ό,τι ήταν να μάθω Βικιλεξικό
- οικείοβγαίνω στη ζωή, περπατάω σε πονηρά μονοπάτια, μαθαίνω τη ζωή της νύχτας, με «ξεβγάζουν» στη ζωή και μαθητεύω στον άσχημο δρόμο, στην καλύτερη περίπτωση μπερμπαντεύω και στη χειρότερη γίνομαι ληστής, κλέφτης, πόρνη Βικιλεξικό
- παρωχημένη σημασίαμαθαίνω ερωτικά κόλπα από μεγαλύτερες (για κορίτσια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκολίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεσκολίζω < ξε- + σκολ(ειό) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκολίζω | ξεσκολίζεις | ξεσκολίζει | ξεσκολίζουμε | ξεσκολίζετε | ξεσκολίζουν / ξεσκολίζουνε |
| Παρατατικός | ξεσκόλιζα | ξεσκόλιζες | ξεσκόλιζε | ξεσκολίζαμε | ξεσκολίζατε | ξεσκολίζαν / ξεσκολίζανε / ξεσκόλιζαν |
| Αόριστος | ξεσκόλισα | ξεσκόλισες | ξεσκόλισε | ξεσκολίσαμε | ξεσκολίσατε | ξεσκολίσαν / ξεσκολίσανε / ξεσκόλισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεσκολίζω / θα ξεσκολίσω | θα ξεσκολίζεις / θα ξεσκολίσεις | θα ξεσκολίζει / θα ξεσκολίσει | θα ξεσκολίζουμε / θα ξεσκολίσουμε | θα ξεσκολίζετε / θα ξεσκολίσετε | θα ξεσκολίζουν / θα ξεσκολίζουνε / θα ξεσκολίσουν / θα ξεσκολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκολίσει | έχεις ξεσκολίσει | έχει ξεσκολίσει | έχουμε ξεσκολίσει | έχετε ξεσκολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκολίσει | είχες ξεσκολίσει | είχε ξεσκολίσει | είχαμε ξεσκολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκολίσει / να ξεσκολίζω / να ξεσκολίσω | να έχεις ξεσκολίσει / να ξεσκολίζεις / να ξεσκολίσεις | να έχει ξεσκολίσει / να ξεσκολίζει / να ξεσκολίσει | να έχουμε ξεσκολίσει / να ξεσκολίζουμε / να ξεσκολίσουμε | να έχετε ξεσκολίσει / να ξεσκολίζετε / να ξεσκολίσετε | να ξεσκολίζουν / να ξεσκολίζουνε / να ξεσκολίσουν / να ξεσκολίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσκόλιζε / ξεσκόλισε | — | — | ξεσκολίζετε / ξεσκολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →