ξεσκονίζω
•
- απομακρύνω τη σκόνη, καθαρίζω Βικιλεξικό
- Πάτησε σ' ένα σκαμνί, να ξεσκονίσει τα παπούτσια της. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- μεταφορικάξαναθυμάμαι κάνοντας επανάληψη σε κάτι που είχα μάθει πριν από καιρό Βικιλεξικό
- πρέπει να ξεσκονίσω λίγο τα αγγλικά μου
- μεταφορικάεξετάζω εξονυχιστικά κάτι κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκονίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεσκονίζω < ξε- + σκονίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκονίζω | ξεσκονίζεις | ξεσκονίζει | ξεσκονίζουμε | ξεσκονίζετε | ξεσκονίζουν / ξεσκονίζουνε |
| Παρατατικός | ξεσκόνιζα | ξεσκόνιζες | ξεσκόνιζε | ξεσκονίζαμε | ξεσκονίζατε | ξεσκονίζαν / ξεσκονίζανε / ξεσκόνιζαν |
| Αόριστος | ξεσκόνισα | ξεσκόνισες | ξεσκόνισε | ξεσκονίσαμε | ξεσκονίσατε | ξεσκονίσαν / ξεσκονίσανε / ξεσκόνισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεσκονίζω / θα ξεσκονίσω | θα ξεσκονίζεις / θα ξεσκονίσεις | θα ξεσκονίζει / θα ξεσκονίσει | θα ξεσκονίζουμε / θα ξεσκονίσουμε | θα ξεσκονίζετε / θα ξεσκονίσετε | θα ξεσκονίζουν / θα ξεσκονίζουνε / θα ξεσκονίσουν / θα ξεσκονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκονίσει | έχεις ξεσκονίσει | έχει ξεσκονίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκονίσει | είχες ξεσκονίσει | είχε ξεσκονίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκονίσει / να ξεσκονίζω / να ξεσκονίσω | να έχεις ξεσκονίσει / να ξεσκονίζεις / να ξεσκονίσεις | να έχει ξεσκονίσει / να ξεσκονίζει / να ξεσκονίσει | να ξεσκονίζουμε / να ξεσκονίσουμε | να ξεσκονίζετε / να ξεσκονίσετε | να ξεσκονίζουν / να ξεσκονίζουνε / να ξεσκονίσουν / να ξεσκονίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεσκονισμένο / ξεσκόνιζε / ξεσκόνισε | — | — | ξεσκονίζετε / ξεσκονίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεσκονίστηκαξεσκονίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →