ξεσκοτίζω
•
- διώχνω τις σκοτούρες Βικιλεξικό
- Ευτυχώς ήρθαν τα παιδιά με το εγγόνι και ο μικρός με ξεσκότισε στη στιγμή
- παθητικό: ξεσκοτίζομαι: νιώθω ανακούφιση που φεύγει από την ψυχή μου το βάρος από τις έγνοιες Βικιλεξικό
- Θα πάω να δω τα φιλαράκια μου μπας και ξεσκοτιστώ
Ετυμολογία
ξεσκοτίζω < ξε και σκοτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκοτίζω | ξεσκοτίζεις | ξεσκοτίζει | ξεσκοτίζουμε | ξεσκοτίζετε | ξεσκοτίζουν / ξεσκοτίζουνε |
| Παρατατικός | ξεσκότιζα | ξεσκότιζες | ξεσκότιζε | ξεσκοτίζαμε | ξεσκοτίζατε | ξεσκοτίζαν / ξεσκοτίζανε / ξεσκότιζαν |
| Αόριστος | ξεσκότισα | ξεσκότισες | ξεσκότισε | ξεσκοτίσαμε | ξεσκοτίσατε | ξεσκοτίσαν / ξεσκοτίσανε / ξεσκότισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεσκοτίζω / θα ξεσκοτίσω | θα ξεσκοτίζεις / θα ξεσκοτίσεις | θα ξεσκοτίζει / θα ξεσκοτίσει | θα ξεσκοτίζουμε / θα ξεσκοτίσουμε | θα ξεσκοτίζετε / θα ξεσκοτίσετε | θα ξεσκοτίζουν / θα ξεσκοτίζουνε / θα ξεσκοτίσουν / θα ξεσκοτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκοτίσει | έχεις ξεσκοτίσει | έχει ξεσκοτίσει | έχουμε ξεσκοτίσει | έχετε ξεσκοτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκοτίσει | είχες ξεσκοτίσει | είχε ξεσκοτίσει | είχαμε ξεσκοτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκοτίσει / να ξεσκοτίζω / να ξεσκοτίσω | να έχεις ξεσκοτίσει / να ξεσκοτίζεις / να ξεσκοτίσεις | να έχει ξεσκοτίσει / να ξεσκοτίζει / να ξεσκοτίσει | να έχουμε ξεσκοτίσει / να ξεσκοτίζουμε / να ξεσκοτίσουμε | να έχετε ξεσκοτίσει / να ξεσκοτίζετε / να ξεσκοτίσετε | να ξεσκοτίζουν / να ξεσκοτίζουνε / να ξεσκοτίσουν / να ξεσκοτίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσκότιζε / ξεσκότισε | — | — | ξεσκοτίζετε / ξεσκοτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →