Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκουφώνομαι

ρήμα
•
  1. βγάζω το σκουφί μου επειδή μπαίνω σε σπίτι ή επειδή δεν μου χρειάζεται πια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαποκαλύπτομαι αυτός που είμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσκουφώνομαι < μεσαιωνική ελληνική ξεσκουφώνω < ξε- + σκούφ(ια) + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεσκουφώνομαιξεσκουφώνεσαιξεσκουφώνεταιξεσκουφωνόμαστεξεσκουφώνεστεξεσκουφώνονται
Παρατατικόςξεσκουφωνόμουν / ξεσκουφωνόμουναξεσκουφωνόσουν / ξεσκουφωνόσουναξεσκουφωνόταν / ξεσκουφωνότανεξεσκουφωνόμασταν / ξεσκουφωνόμαστεξεσκουφωνόσασταν / ξεσκουφωνόσαστεξεσκουφωνόντουσαν / ξεσκουφώνονταν
Αόριστοςξεσκουφώθηκαξεσκουφώθηκεςξεσκουφώθηκεξεσκουφωθήκαμεξεσκουφωθήκατεξεσκουφωθήκαν / ξεσκουφωθήκανε / ξεσκουφώθηκαν
Μέλλονταςθα ξεσκουφωθώ / θα ξεσκουφώνομαιθα ξεσκουφωθείς / θα ξεσκουφώνεσαιθα ξεσκουφωθεί / θα ξεσκουφώνεταιθα ξεσκουφωθούμε / θα ξεσκουφωνόμαστεθα ξεσκουφωθείτε / θα ξεσκουφώνεστεθα ξεσκουφωθούν / θα ξεσκουφωθούνε / θα ξεσκουφώνονται
Παρακείμενοςέχω ξεσκουφωθείέχεις ξεσκουφωθείέχει ξεσκουφωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ξεσκουφωθείείχες ξεσκουφωθείείχε ξεσκουφωθεί———
Υποτακτικήνα έχω ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφωθώ / να ξεσκουφώνομαινα έχεις ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφωθείς / να ξεσκουφώνεσαινα έχει ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφώνεταινα ξεσκουφωθούμε / να ξεσκουφωνόμαστενα ξεσκουφωθείτε / να ξεσκουφώνεστενα ξεσκουφωθούν / να ξεσκουφωθούνε / να ξεσκουφώνονται
Προστακτική—ξεσκουφώνου / ξεσκουφώσου——ξεσκουφωθείτε / ξεσκουφώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →