ξεσκουφώνομαι
•
- βγάζω το σκουφί μου επειδή μπαίνω σε σπίτι ή επειδή δεν μου χρειάζεται πια Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκαλύπτομαι αυτός που είμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκουφώνομαι < μεσαιωνική ελληνική ξεσκουφώνω < ξε- + σκούφ(ια) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκουφώνομαι | ξεσκουφώνεσαι | ξεσκουφώνεται | ξεσκουφωνόμαστε | ξεσκουφώνεστε | ξεσκουφώνονται |
| Παρατατικός | ξεσκουφωνόμουν / ξεσκουφωνόμουνα | ξεσκουφωνόσουν / ξεσκουφωνόσουνα | ξεσκουφωνόταν / ξεσκουφωνότανε | ξεσκουφωνόμασταν / ξεσκουφωνόμαστε | ξεσκουφωνόσασταν / ξεσκουφωνόσαστε | ξεσκουφωνόντουσαν / ξεσκουφώνονταν |
| Αόριστος | ξεσκουφώθηκα | ξεσκουφώθηκες | ξεσκουφώθηκε | ξεσκουφωθήκαμε | ξεσκουφωθήκατε | ξεσκουφωθήκαν / ξεσκουφωθήκανε / ξεσκουφώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ξεσκουφωθώ / θα ξεσκουφώνομαι | θα ξεσκουφωθείς / θα ξεσκουφώνεσαι | θα ξεσκουφωθεί / θα ξεσκουφώνεται | θα ξεσκουφωθούμε / θα ξεσκουφωνόμαστε | θα ξεσκουφωθείτε / θα ξεσκουφώνεστε | θα ξεσκουφωθούν / θα ξεσκουφωθούνε / θα ξεσκουφώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκουφωθεί | έχεις ξεσκουφωθεί | έχει ξεσκουφωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκουφωθεί | είχες ξεσκουφωθεί | είχε ξεσκουφωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφωθώ / να ξεσκουφώνομαι | να έχεις ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφωθείς / να ξεσκουφώνεσαι | να έχει ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφωθεί / να ξεσκουφώνεται | να ξεσκουφωθούμε / να ξεσκουφωνόμαστε | να ξεσκουφωθείτε / να ξεσκουφώνεστε | να ξεσκουφωθούν / να ξεσκουφωθούνε / να ξεσκουφώνονται |
| Προστακτική | — | ξεσκουφώνου / ξεσκουφώσου | — | — | ξεσκουφωθείτε / ξεσκουφώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →