ξεσκούριασμα
•
- η αφαίρεση της σκουριάς Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ανανέωση, η ενημέρωση (π.χ. γνώσεων, ικανοτήτων) Βικιλεξικό
- τα σουηδικά μου χρειάζονται λίγο ξεσκούριασμα
Ετυμολογία
ξεσκούριασμα < ξεσκουριάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεσκούριασμα | ξεσκουριάσματα |
| Γενική | ξεσκουριάσματος | ξεσκουριασμάτων |
| Αιτιατική | ξεσκούριασμα | ξεσκουριάσματα |
| Κλητική | ξεσκούριασμα | ξεσκουριάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →