Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκούριασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αφαίρεση της σκουριάς Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ανανέωση, η ενημέρωση (π.χ. γνώσεων, ικανοτήτων) Βικιλεξικό
    • τα σουηδικά μου χρειάζονται λίγο ξεσκούριασμα

Ετυμολογία

ξεσκούριασμα < ξεσκουριάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεσκούριασμαξεσκουριάσματα
Γενικήξεσκουριάσματοςξεσκουριασμάτων
Αιτιατικήξεσκούριασμαξεσκουριάσματα
Κλητικήξεσκούριασμαξεσκουριάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →