ξεσπάζω
•
- άλλη εκφορά του ξεσπάω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσπάζω < μεσαιωνική ελληνική από τον αόριστο ἐξέσπασα του αρχαία ελληνική ἐκσπάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσπάζω | ξεσπάζεις | ξεσπάζει | ξεσπάζουμε | ξεσπάζετε | ξεσπάζουν / ξεσπάζουνε |
| Παρατατικός | ξέσπαζα | ξέσπαζες | ξέσπαζε | ξεσπάζαμε | ξεσπάζατε | ξέσπαζαν / ξεσπάζαν / ξεσπάζανε |
| Αόριστος | ξέσπασα | ξέσπασες | ξέσπασε | ξεσπάσαμε | ξεσπάσατε | ξέσπασαν / ξεσπάσαν / ξεσπάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσπάζω / θα ξεσπάσω | θα ξεσπάζεις / θα ξεσπάσεις | θα ξεσπάζει / θα ξεσπάσει | θα ξεσπάζουμε / θα ξεσπάσουμε | θα ξεσπάζετε / θα ξεσπάσετε | θα ξεσπάζουν / θα ξεσπάζουνε / θα ξεσπάσουν / θα ξεσπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσπάσει | έχεις ξεσπάσει | έχει ξεσπάσει | έχουμε ξεσπάσει | έχετε ξεσπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσπάσει | είχες ξεσπάσει | είχε ξεσπάσει | είχαμε ξεσπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσπάσει / να ξεσπάζω / να ξεσπάσω | να έχεις ξεσπάσει / να ξεσπάζεις / να ξεσπάσεις | να έχει ξεσπάσει / να ξεσπάζει / να ξεσπάσει | να έχουμε ξεσπάσει / να ξεσπάζουμε / να ξεσπάσουμε | να έχετε ξεσπάσει / να ξεσπάζετε / να ξεσπάσετε | να ξεσπάζουν / να ξεσπάζουνε / να ξεσπάσουν / να ξεσπάσουνε |
| Προστακτική | — | ξέσπαζε / ξέσπασε | — | — | ξεσπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεσπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →