Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσπάθωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να βγάζει κάποιος το σπαθί από το θηκάρι Βικιλεξικό
  2. το να υπερασπίζεται κάποιος με ζήλο μία αρχή ή το συμφέρον του ή έναν άλλον άνθρωπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσπάθωμα < ξεσπαθώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεσπάθωμαξεσπαθώματα
Γενικήξεσπαθώματοςξεσπαθωμάτων
Αιτιατικήξεσπάθωμαξεσπαθώματα
Κλητικήξεσπάθωμαξεσπαθώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →