ξεσπάθωμα
•
- το να βγάζει κάποιος το σπαθί από το θηκάρι Βικιλεξικό
- το να υπερασπίζεται κάποιος με ζήλο μία αρχή ή το συμφέρον του ή έναν άλλον άνθρωπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσπάθωμα < ξεσπαθώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεσπάθωμα | ξεσπαθώματα |
| Γενική | ξεσπαθώματος | ξεσπαθωμάτων |
| Αιτιατική | ξεσπάθωμα | ξεσπαθώματα |
| Κλητική | ξεσπάθωμα | ξεσπαθώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →