ξεσπαθώνω
•
- παρωχημένοτραβάω το σπαθί μου έξω από τη θήκη του, για να δώσω μάχη Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαίρνω θάρρος και αρχίζω να υπερασπίζομαι ή κατηγορώ με θάρρος και ζέση κάτι που θεωρώ σημαντικό Βικιλεξικό
- Το πρωί στην αναφορά οι γαλονάδες ξεσπάθωσαν. Είπαν είπαν και στη συνέχεια σύνταξαν ολόκληρη πανταχούσα, για να σταλεί στο χωριό του να διαβαστεί από άμβωνος, μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς, για να μάθουν τι κουμάσι έβγαλε το χωριό τους, όπως έλεγαν.
Ετυμολογία
ξεσπαθώνω < μεσαιωνική ελληνική ξε- και σπαθί
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσπαθώνω | ξεσπαθώνεις | ξεσπαθώνει | ξεσπαθώνουμε | ξεσπαθώνετε | ξεσπαθώνουν / ξεσπαθώνουνε |
| Παρατατικός | ξεσπάθωνα | ξεσπάθωνες | ξεσπάθωνε | ξεσπαθώναμε | ξεσπαθώνατε | ξεσπάθωναν / ξεσπαθώναν / ξεσπαθώνανε |
| Αόριστος | ξεσπάθωσα | ξεσπάθωσες | ξεσπάθωσε | ξεσπαθώσαμε | ξεσπαθώσατε | ξεσπάθωσαν / ξεσπαθώσαν / ξεσπαθώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσπαθώνω / θα ξεσπαθώσω | θα ξεσπαθώνεις / θα ξεσπαθώσεις | θα ξεσπαθώνει / θα ξεσπαθώσει | θα ξεσπαθώνουμε / θα ξεσπαθώσουμε | θα ξεσπαθώνετε / θα ξεσπαθώσετε | θα ξεσπαθώνουν / θα ξεσπαθώνουνε / θα ξεσπαθώσουν / θα ξεσπαθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσπαθώσει | έχεις ξεσπαθώσει | έχει ξεσπαθώσει | έχουμε ξεσπαθώσει | έχετε ξεσπαθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσπαθώσει | είχες ξεσπαθώσει | είχε ξεσπαθώσει | είχαμε ξεσπαθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνω / να ξεσπαθώσω | να έχεις ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνεις / να ξεσπαθώσεις | να έχει ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνει / να ξεσπαθώσει | να έχουμε ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνουμε / να ξεσπαθώσουμε | να έχετε ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνετε / να ξεσπαθώσετε | να ξεσπαθώνουν / να ξεσπαθώνουνε / να ξεσπαθώσουν / να ξεσπαθώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσπάθωνε / ξεσπάθωσε | — | — | ξεσπαθώνετε / ξεσπαθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →