Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσπαθώνω

ρήμα
•
  1. παρωχημένοτραβάω το σπαθί μου έξω από τη θήκη του, για να δώσω μάχη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαίρνω θάρρος και αρχίζω να υπερασπίζομαι ή κατηγορώ με θάρρος και ζέση κάτι που θεωρώ σημαντικό Βικιλεξικό
    • Το πρωί στην αναφορά οι γαλονάδες ξεσπάθωσαν. Είπαν είπαν και στη συνέχεια σύνταξαν ολόκληρη πανταχούσα, για να σταλεί στο χωριό του να διαβαστεί από άμβωνος, μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς, για να μάθουν τι κουμάσι έβγαλε το χωριό τους, όπως έλεγαν.

Ετυμολογία

ξεσπαθώνω < μεσαιωνική ελληνική ξε- και σπαθί

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεσπαθώνωξεσπαθώνειςξεσπαθώνειξεσπαθώνουμεξεσπαθώνετεξεσπαθώνουν / ξεσπαθώνουνε
Παρατατικόςξεσπάθωναξεσπάθωνεςξεσπάθωνεξεσπαθώναμεξεσπαθώνατεξεσπάθωναν / ξεσπαθώναν / ξεσπαθώνανε
Αόριστοςξεσπάθωσαξεσπάθωσεςξεσπάθωσεξεσπαθώσαμεξεσπαθώσατεξεσπάθωσαν / ξεσπαθώσαν / ξεσπαθώσανε
Μέλλονταςθα ξεσπαθώνω / θα ξεσπαθώσωθα ξεσπαθώνεις / θα ξεσπαθώσειςθα ξεσπαθώνει / θα ξεσπαθώσειθα ξεσπαθώνουμε / θα ξεσπαθώσουμεθα ξεσπαθώνετε / θα ξεσπαθώσετεθα ξεσπαθώνουν / θα ξεσπαθώνουνε / θα ξεσπαθώσουν / θα ξεσπαθώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεσπαθώσειέχεις ξεσπαθώσειέχει ξεσπαθώσειέχουμε ξεσπαθώσειέχετε ξεσπαθώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεσπαθώσειείχες ξεσπαθώσειείχε ξεσπαθώσειείχαμε ξεσπαθώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνω / να ξεσπαθώσωνα έχεις ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνεις / να ξεσπαθώσειςνα έχει ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνει / να ξεσπαθώσεινα έχουμε ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνουμε / να ξεσπαθώσουμενα έχετε ξεσπαθώσει / να ξεσπαθώνετε / να ξεσπαθώσετενα ξεσπαθώνουν / να ξεσπαθώνουνε / να ξεσπαθώσουν / να ξεσπαθώσουνε
Προστακτική—ξεσπάθωνε / ξεσπάθωσε——ξεσπαθώνετε / ξεσπαθώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →