ξεσποριάζω
•
- μεταβατικόαφαιρώ τους σπόρους ενός καρπού Βικιλεξικό
- αμετάβατοσχηματίζω σπόρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσποριάζω < ξε- + σποριάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσποριάζω | ξεσποριάζεις | ξεσποριάζει | ξεσποριάζουμε | ξεσποριάζετε | ξεσποριάζουν / ξεσποριάζουνε |
| Παρατατικός | ξεσπόριαζα | ξεσπόριαζες | ξεσπόριαζε | ξεσποριάζαμε | ξεσποριάζατε | ξεσποριάζαν / ξεσποριάζανε / ξεσπόριαζαν |
| Αόριστος | ξεσπόριασα | ξεσπόριασες | ξεσπόριασε | ξεσποριάσαμε | ξεσποριάσατε | ξεσποριάσαν / ξεσποριάσανε / ξεσπόριασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεσποριάζω / θα ξεσποριάσω | θα ξεσποριάζεις / θα ξεσποριάσεις | θα ξεσποριάζει / θα ξεσποριάσει | θα ξεσποριάζουμε / θα ξεσποριάσουμε | θα ξεσποριάζετε / θα ξεσποριάσετε | θα ξεσποριάζουν / θα ξεσποριάζουνε / θα ξεσποριάσουν / θα ξεσποριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσποριάσει | έχεις ξεσποριάσει | έχει ξεσποριάσει | έχουμε ξεσποριάσει | έχετε ξεσποριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσποριάσει | είχες ξεσποριάσει | είχε ξεσποριάσει | είχαμε ξεσποριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσποριάσει / να ξεσποριάζω / να ξεσποριάσω | να έχεις ξεσποριάσει / να ξεσποριάζεις / να ξεσποριάσεις | να έχει ξεσποριάσει / να ξεσποριάζει / να ξεσποριάσει | να έχουμε ξεσποριάσει / να ξεσποριάζουμε / να ξεσποριάσουμε | να έχετε ξεσποριάσει / να ξεσποριάζετε / να ξεσποριάσετε | να ξεσποριάζουν / να ξεσποριάζουνε / να ξεσποριάσουν / να ξεσποριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσπόριαζε / ξεσπόριασε | — | — | ξεσποριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεσποριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →