Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεστηθώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόαποκαλύπτω, ξεγυμνώνω το στήθος κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεστηθώνω < ξε- + στήθος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεστηθώνωξεστηθώνειςξεστηθώνειξεστηθώνουμεξεστηθώνετεξεστηθώνουν / ξεστηθώνουνε
Παρατατικόςξεστήθωναξεστήθωνεςξεστήθωνεξεστηθώναμεξεστηθώνατεξεστήθωναν / ξεστηθώναν / ξεστηθώνανε
Αόριστοςξεστήθωσαξεστήθωσεςξεστήθωσεξεστηθώσαμεξεστηθώσατεξεστήθωσαν / ξεστηθώσαν / ξεστηθώσανε
Μέλλονταςθα ξεστηθώνω / θα ξεστηθώσωθα ξεστηθώνεις / θα ξεστηθώσειςθα ξεστηθώνει / θα ξεστηθώσειθα ξεστηθώνουμε / θα ξεστηθώσουμεθα ξεστηθώνετε / θα ξεστηθώσετεθα ξεστηθώνουν / θα ξεστηθώνουνε / θα ξεστηθώσουν / θα ξεστηθώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεστηθώσειέχεις ξεστηθώσειέχει ξεστηθώσειέχουμε ξεστηθώσειέχετε ξεστηθώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεστηθώσειείχες ξεστηθώσειείχε ξεστηθώσειείχαμε ξεστηθώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεστηθώσει / να ξεστηθώνω / να ξεστηθώσωνα έχεις ξεστηθώσει / να ξεστηθώνεις / να ξεστηθώσειςνα έχει ξεστηθώσει / να ξεστηθώνει / να ξεστηθώσεινα έχουμε ξεστηθώσει / να ξεστηθώνουμε / να ξεστηθώσουμενα έχετε ξεστηθώσει / να ξεστηθώνετε / να ξεστηθώσετενα ξεστηθώνουν / να ξεστηθώνουνε / να ξεστηθώσουν / να ξεστηθώσουνε
Προστακτική—ξεστήθωνε / ξεστήθωσε——ξεστηθώνετε / ξεστηθώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →