ξεστηθώνω
•
- μεταβατικόαποκαλύπτω, ξεγυμνώνω το στήθος κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεστηθώνω < ξε- + στήθος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεστηθώνω | ξεστηθώνεις | ξεστηθώνει | ξεστηθώνουμε | ξεστηθώνετε | ξεστηθώνουν / ξεστηθώνουνε |
| Παρατατικός | ξεστήθωνα | ξεστήθωνες | ξεστήθωνε | ξεστηθώναμε | ξεστηθώνατε | ξεστήθωναν / ξεστηθώναν / ξεστηθώνανε |
| Αόριστος | ξεστήθωσα | ξεστήθωσες | ξεστήθωσε | ξεστηθώσαμε | ξεστηθώσατε | ξεστήθωσαν / ξεστηθώσαν / ξεστηθώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεστηθώνω / θα ξεστηθώσω | θα ξεστηθώνεις / θα ξεστηθώσεις | θα ξεστηθώνει / θα ξεστηθώσει | θα ξεστηθώνουμε / θα ξεστηθώσουμε | θα ξεστηθώνετε / θα ξεστηθώσετε | θα ξεστηθώνουν / θα ξεστηθώνουνε / θα ξεστηθώσουν / θα ξεστηθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεστηθώσει | έχεις ξεστηθώσει | έχει ξεστηθώσει | έχουμε ξεστηθώσει | έχετε ξεστηθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεστηθώσει | είχες ξεστηθώσει | είχε ξεστηθώσει | είχαμε ξεστηθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεστηθώσει / να ξεστηθώνω / να ξεστηθώσω | να έχεις ξεστηθώσει / να ξεστηθώνεις / να ξεστηθώσεις | να έχει ξεστηθώσει / να ξεστηθώνει / να ξεστηθώσει | να έχουμε ξεστηθώσει / να ξεστηθώνουμε / να ξεστηθώσουμε | να έχετε ξεστηθώσει / να ξεστηθώνετε / να ξεστηθώσετε | να ξεστηθώνουν / να ξεστηθώνουνε / να ξεστηθώσουν / να ξεστηθώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεστήθωνε / ξεστήθωσε | — | — | ξεστηθώνετε / ξεστηθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →