ξεστοκάρισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεστοκάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεστοκάρισμα < ξεστοκάρω + -ισμα < ξε- + στοκάρω < στοκ + -άρω < αγγλική stock < αγγλοσαξονική stocc < πρωτογερμανική *stukkaz (κορμός δέντρου)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεστοκάρισμα | ξεστοκαρίσματα |
| Γενική | ξεστοκαρίσματος | ξεστοκαρισμάτων |
| Αιτιατική | ξεστοκάρισμα | ξεστοκαρίσματα |
| Κλητική | ξεστοκάρισμα | ξεστοκαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →