ξεστραβώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ξεστραβώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεστραβώνομαι | ξεστραβώνεσαι | ξεστραβώνεται | ξεστραβωνόμαστε | ξεστραβώνεστε | ξεστραβώνονται |
| Παρατατικός | ξεστραβωνόμουν / ξεστραβωνόμουνα | ξεστραβωνόσουν / ξεστραβωνόσουνα | ξεστραβωνόταν / ξεστραβωνότανε | ξεστραβωνόμασταν / ξεστραβωνόμαστε | ξεστραβωνόσασταν / ξεστραβωνόσαστε | ξεστραβωνόντουσαν / ξεστραβώνονταν |
| Αόριστος | ξεστραβώθηκα | ξεστραβώθηκες | ξεστραβώθηκε | ξεστραβωθήκαμε | ξεστραβωθήκατε | ξεστραβωθήκαν / ξεστραβωθήκανε / ξεστραβώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ξεστραβωθώ / θα ξεστραβώνομαι | θα ξεστραβωθείς / θα ξεστραβώνεσαι | θα ξεστραβωθεί / θα ξεστραβώνεται | θα ξεστραβωθούμε / θα ξεστραβωνόμαστε | θα ξεστραβωθείτε / θα ξεστραβώνεστε | θα ξεστραβωθούν / θα ξεστραβωθούνε / θα ξεστραβώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ξεστραβωθεί | έχεις ξεστραβωθεί | έχει ξεστραβωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεστραβωθεί | είχες ξεστραβωθεί | είχε ξεστραβωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεστραβωθεί / να ξεστραβωθώ / να ξεστραβώνομαι | να έχεις ξεστραβωθεί / να ξεστραβωθείς / να ξεστραβώνεσαι | να έχει ξεστραβωθεί / να ξεστραβωθεί / να ξεστραβώνεται | να ξεστραβωθούμε / να ξεστραβωνόμαστε | να ξεστραβωθείτε / να ξεστραβώνεστε | να ξεστραβωθούν / να ξεστραβωθούνε / να ξεστραβώνονται |
| Προστακτική | — | ξεστραβώνου / ξεστραβώσου | — | — | ξεστραβωθείτε / ξεστραβώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →