ξεστρατίζω
•
- βγαίνω από το δρόμο μου και ακολουθώ άλλη (συχνά λανθασμένη) πορεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρεκκλίνω από τον αρχικό μου προορισμό, χάνω το στόχο μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεστρατίζω < μεσαιωνική ελληνική < ξε- + στράτα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεστρατίζω | ξεστρατίζεις | ξεστρατίζει | ξεστρατίζουμε | ξεστρατίζετε | ξεστρατίζουν / ξεστρατίζουνε |
| Παρατατικός | ξεστράτιζα | ξεστράτιζες | ξεστράτιζε | ξεστρατίζαμε | ξεστρατίζατε | ξεστράτιζαν / ξεστρατίζαν / ξεστρατίζανε |
| Αόριστος | ξεστράτισα | ξεστράτισες | ξεστράτισε | ξεστρατίσαμε | ξεστρατίσατε | ξεστράτισαν / ξεστρατίσαν / ξεστρατίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεστρατίζω / θα ξεστρατίσω | θα ξεστρατίζεις / θα ξεστρατίσεις | θα ξεστρατίζει / θα ξεστρατίσει | θα ξεστρατίζουμε / θα ξεστρατίσουμε | θα ξεστρατίζετε / θα ξεστρατίσετε | θα ξεστρατίζουν / θα ξεστρατίζουνε / θα ξεστρατίσουν / θα ξεστρατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεστρατίσει | έχεις ξεστρατίσει | έχει ξεστρατίσει | έχουμε ξεστρατίσει | έχετε ξεστρατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεστρατίσει | είχες ξεστρατίσει | είχε ξεστρατίσει | είχαμε ξεστρατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεστρατίσει / να ξεστρατίζω / να ξεστρατίσω | να έχεις ξεστρατίσει / να ξεστρατίζεις / να ξεστρατίσεις | να έχει ξεστρατίσει / να ξεστρατίζει / να ξεστρατίσει | να έχουμε ξεστρατίσει / να ξεστρατίζουμε / να ξεστρατίσουμε | να έχετε ξεστρατίσει / να ξεστρατίζετε / να ξεστρατίσετε | να ξεστρατίζουν / να ξεστρατίζουνε / να ξεστρατίσουν / να ξεστρατίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεστράτιζε / ξεστράτισε | — | — | ξεστρατίζετε / ξεστρατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →